ΑΡΘΡΑ
Το πρόβλημα της ελληνικής ανταγωνιστικότητας

Μεγάλη συζήτηση γίνεται στη χώρα μας και διεθνώς για τη διόγκωση του δημοσίου χρέους και διάφορες εξηγήσεις δίνονται σχετικά με τις αιτίες της κρίσης που βιώνουμε σήμερα.
 

Η δική μου θέση είναι ότι το πρόβλημα της Ελλάδος δεν είναι το χρέος.
 

Οι βασικές αιτίες του προβλήματος είναι ότι η χώρα μας «δεν έχει πελάτες» γιατί δεν παράγει και δεν διαθέτει επώνυμα προϊόντα και υπηρεσίες που προσφέρουν αξία στην παγκόσμια αγορά.
 

Ολος ο παραγωγικός ιστός της Ελλάδας είχε εμποτιστεί για πάρα πολλά χρόνια από τη νοοτροπία του «φασόν» και του «χύμα». Το κατά κεφαλήν εξαγωγικό εισόδημα στην Ελλάδα είναι από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη.
 

Το ποσοστό που αντιπροσωπεύουν οι εξαγωγές στο ΑΕΠ κυμαινόταν για πολλά χρόνια στο 8%-10%, ενώ το 2012, λόγω και της μείωσης του ΑΕΠ, ανέβηκε στο 12%, πολύ χαμηλότερο από χώρες που συγκρίνονται πληθυσμιακά με την Ελλάδα όπως το Βέλγιο, η Δανία, η Ολλανδία κ.λπ. Σύμφωνα με έρευνα του ΚΕΕΜ, μόλις το 1,57% του συνόλου των ελληνικών επιχειρήσεων στοχεύει, έστω και συγκυριακά, στην επέκταση των προϊόντων του σε διεθνείς αγορές. Η σημερινή δυσμενής οικονομική θέση της Ελλάδος ήταν συνεπώς αναπόφευκτη και αναμενόμενη.
 

Αναλύοντας τις αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, ο συνάδελφος καθηγητής του Πανεπιστημίου Πειραιά Α. Κουρεμένος και εγώ σε άρθρο μας στο International Journal of Research in Marketing το 1995 (vol. 12, pp. 435-448), είχαμε δυστυχώς προβλέψει με ακρίβεια τη δυσάρεστη κατάσταση που βιώνουμε σήμερα:
 

«Στη δεκαετία του ’90 ένας αριθμός παραγόντων που συνδέονται με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση θα επηρεάσει τις βασικές μακρο-οικονομικές μεταβλητές. Η εμπειρία της δεκαετίας του ’80 έδειξε ότι οι υψηλές προσδοκίες για πολύ πιο γρήγορη διείσδυση των ελληνικών προϊόντων στις ευρωπαϊκές αγορές ήταν πάρα πολύ αισιόδοξες. Η ελληνική βιομηχανία και οι ελληνικές αγορές χαρακτηρίζονταν από υπερπροστατευτισμό και ήταν λιγότερο ανταγωνιστικές απ’ ό,τι οι ευρωπαϊκές, και συνεπώς ευρωπαϊκά και άλλα ξένα προϊόντα, υποστηριζόμενα από ανώτερη τεχνογνωσία μάρκετινγκ, διείσδυσαν πιο εύκολα στην ελληνική αγορά. Αυτή η τάση θα συνεχιστεί στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης αγοράς οδηγώντας στην αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων και των αγορών και σε χειροτέρευση τόσο των εισοδημάτων των εργαζομένων όσο και του εμπορικού ισοζυγίου.
 

Ο εξωτερικός δανεισμός, ο οποίος θα χρησιμοποιηθεί πρωτογενώς μεν για την κάλυψη δημοσίων ελλειμμάτων αλλά δευτερογενώς για τη χρηματοδότηση των εισαγωγών προϊόντων και υπηρεσιών, θα αυξήσει ακόμη περισσότερο το εξωτερικό χρέος της χώρας. Η διαχείριση αυτού του χρέους θα απαιτήσει πολιτικές που θα μειώσουν τη συνολική ζήτηση με μειώσεις των διαθέσιμων εισοδημάτων, με στόχο τον έλεγχο των εισαγωγών μέσω πολλαπλασιαστικών επιδράσεων, δεδομένου ότι εναλλακτικοί τρόποι άμεσου ελέγχου των εισαγωγών δεν θα είναι επιτρεπτοί ή πρακτικά εφικτοί στο πλαίσιο της ολοκληρωμένης ευρωπαϊκής αγοράς. Δυστυχώς, μέχρι σήμερα, μια τρίτη εναλλακτική λύση που αφορά το χτίσιμο των απαραίτητων υποδομών για την υποβοήθηση των εξαγωγών δεν έχει λάβει τη δέουσα προσοχή και τους απαραίτητους πόρους και, ούτως ή άλλως, αυτή η εναλλακτική λύση θα μπορούσε να αποφέρει αποτελέσματα σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου».
 

Είναι γεγονός ότι η νέα παγκόσμια τάξη δημιουργεί σημαντικά προβλήματα αλλά και μεγάλες ευκαιρίες στις οικονομικές μονάδες. Σήμερα παρατηρείται:
 

- Αλλαγή διεθνών αγορών με πρωτοφανείς ρυθμούς.
 

- Ραγδαία ανάπτυξη της πληροφορικής.
 

- Σημαντική εξέλιξη των τηλεπικοινωνιών.
 

- Εντυπωσιακή διείσδυση του Διαδικτύου.
 

Ο πλανήτης μετατρέπεται σε ένα μικρό χωριό και υπάρχει μεγάλη ανάγκη για ανάπτυξη, παραγωγή και διάθεση παγκοσμίως ισχυρών επώνυμων προϊόντων και υπηρεσιών.
 

Απέναντι σε αυτή τη νέα πραγματικότητα υπάρχει η λογική, μερίδας οικονομολόγων, που υποστηρίζει ότι θα πρέπει να «παράγουμε φθηνά και, εφόσον παράγουμε φθηνά, θα πουλήσουμε και θα είμαστε ανταγωνιστικοί», αλλά ανταγωνιστική οικονομία δεν είναι η οικονομία που πουλάει τα προϊόντα της σε χαμηλές τιμές. Ανταγωνιστική είναι η οικονομία που μπορεί να πουλήσει προϊόντα και υπηρεσίες στους πιο απαιτητικούς πελάτες. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι πολλές μεταβλητές καθιστούν ένα προϊόν ανταγωνιστικό πέρα από την τιμή του όπως είναι: η ποιότητα, ο σχεδιασμός, η ποικιλία, το σήμα-brand, η συσκευασία, το service, η αποτελεσματική πώληση, η διαφήμιση και προώθηση πωλήσεων, η διαθεσιμότητα σε σημεία πώλησης κ.ά.
 

Με τις μεταβλητές αυτές ασχολείται η επιστήμη του Μάρκετινγκ. Το μάρκετινγκ προσαρμόζει την όλη δραστηριότητα της επιχείρησης στις ανάγκες του πελάτη και σύμφωνα με την American Marketing Association, «το μάρκετινγκ περιλαμβάνει όλες εκείνες τις διαδικασίες της επιχείρησης που αφορούν τη δημιουργία, επικοινωνία, διανομή και ανταλλαγή προϊόντων και υπηρεσιών που έχουν αξία για τους πελάτες, τους συνεργάτες και γενικότερα την κοινωνία».
 

Τι πρέπει να κάνουμε λοιπόν;
 

Με αιχμή του δόρατος το μάρκετινγκ, χρειαζόμαστε άμεσα ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο εξωστρέφειας που να απαντά στις σύγχρονες προκλήσεις παραγωγής προϊόντων και προσφοράς υπηρεσιών βασισμένο στην ποιότητα, την καινοτομία, τη διαφοροποίηση, τις στοχευμένες αγορές, τα διεθνή δίκτυα διανομών και τα ισχυρά brand names, εκμεταλλευόμενοι τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της χώρας μας. Προτεραιότητά μας θα πρέπει να είναι η στροφή από μια οικονομία χαμηλού κόστους σε μια οικονομία ποιοτική και εξωστρεφή, συνυφασμένη με το περιβάλλον, τον πολιτισμό μας και τις παραδόσεις μας, που θα διαχειρίζεται αειφόρα τους φυσικούς μας πόρους. Θα πρέπει επιτέλους να σταματήσουν ξένοι παραγωγοί να θησαυρίζουν πουλώντας προϊόντα με ελληνικό όνομα. Οι γερμανικές εταιρείες «Sirtakis» και «Πάτρος», η γαλλική εταιρεία «Sabatris» πωλούν ελληνικά τυριά στη Βόρεια Ευρώπη και ο όμιλος με κουρδοαρμενικές ρίζες του κ. Hambi Ulukaya πωλούσε για χρόνια το «Chobani» ως ελληνικό γιαούρτι στις ΗΠΑ και Βρετανία.
 

Απαραίτητη προϋπόθεση είναι ότι η Πολιτεία θα πρέπει να δημιουργήσει ένα απλό θεσμικό και νομικό πλαίσιο μακριά από τις γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και τις αντιφατικές νομοθετικές ρυθμίσεις έτσι ώστε να εκμεταλλευτεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την ελληνική επιχειρηματικότητα, ευρηματικότητα και ευστροφία και να δώσει κίνητρα για τη σύνδεση των πανεπιστημίων και των τεχνολογικών ιδρυμάτων με τις επιχειρήσεις, με σκοπό την παραγωγή και εξαγωγή καινοτόμων προϊόντων και υπηρεσιών στις διεθνείς αγορές.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economy_2_07/12/2013_542320